Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΕΛΟΣ


Του Δημήτρη Καλαϊτζίδη (Διευθυντής του Ραλείου Λυκείου)


Η Ελλάδα, και φυσικά οι Έλληνες, ζούμε κάτι πρωτοφανές για τις παρούσες γενιές. Μια γενικευμένη κρίση (οικονομική, πολιτική, πολιτιστική, περιβαλλοντική, ηθική). Τα εισοδήματα καταρρέουν, η ψυχολογία καταρρέει, το πολιτικό σύστημα καταρρέει, η χώρα φαίνεται να πηγαίνει (παρά τα «φρένα» των μνημονίων) στον κατήφορο.

Μέσα σ’ αυτή την κρίση, η προηγούμενη Υπουργός Παιδείας προσπάθησε να κάνει μια σημαντική και συνολική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.


 Ξεκινώντας από το Νέο Σχολείο, το οποίο βρίσκεται σε μια χαώδη «πιλοτική φάση», συνεχίζοντας με το νόμο για τα Πανεπιστήμια και (μη) ολοκληρώνοντας με τις (νεφελώδεις ακόμη) αλλαγές στο Λύκειο. Η προσπάθεια (ειλικρινής κατά τη γνώμη μας), αφήνει τη βάση της κακοδαιμονίας του εκπαιδευτικού συστήματος ανέπαφη. Αφήνει ανέπαφη τη δομή του σχολικού ωρολογίου προγράμματος και παρεμβαίνει μόνο στη σύνθεση του προγράμματος σπουδών. Παρακάτω θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε την (κατά την ταπεινή μας γνώμη) βασική αιτία του προβληματικού εκπαιδευτικού μας συστήματος και να διατυπώσουμε προτάσεις για υπέρβαση της κρίσης στην εκπαίδευση.

Η παγιωμένη διδακτική προσέγγιση στη χώρα μας (ίσως και αλλού, αλλά αυτό μας είναι αδιάφορο), είναι η δασκαλοκεντρική. Ο δάσκαλος-καθηγητής μπαίνει στην τάξη και είτε ακολουθεί την περίφημη τριμερή πορεία του μαθήματος (εξέταση-παράδοση-εμπέδωση), είτε παραλείπει την εξέταση για να έχει περισσότερο χρόνο να διδάξει-παραδώσει, και την αντικαθιστά με λιγόλεπτες εξετάσεις. Καμιά φορά, οι πιο «προοδευτικοί» δάσκαλοι, εισάγουν στο μάθημά τους ένα βίντεο, ένα τραγούδι, μια ψηφιακή παρουσίαση (PPT), πάντα όμως στο πλαίσιο του δασκαλοκεντρικού μοντέλου. ΟΙ “επαναστάτες” κάνουν κάπου-κάπου ένα πείραμα, συμμετέχουν στα προαιρετικά προγράμματα. Ο δάσκαλος-καθηγητής εκπέμπει τη γνώση, οι μαθητές καθισμένοι σε σειρές ανά δύο ακούν το δάσκαλο-καθηγητή, προσπαθούν να κατανοήσουν, να εμπεδώσουν. Ο καθηγητής είναι πολύ ικανοποιημένος: εξέτασε, παρέδωσε, έκανε την επανάληψη ως εμπέδωση, έδωσε ασκήσεις για το σπίτι, τέλος. Πάμε στην επόμενη ώρα.


Το ωρολόγιο πρόγραμμα του (δευτεροβάθμιου) σχολείου έχει 6 έως 7 ώρες κάθε μέρα. Φανταστείτε λοιπόν ότι οι μαθητές και οι μαθήτριες, είναι καθισμένοι στην καρέκλα τους για 6 έως 7 ώρες τη μέρα, 5 μέρες τη βδομάδα, απαγορεύεται να μιλούν μεταξύ τους, απαγορεύεται να μετακινούνται, απαγορεύεται να απουσιάζουν. Τι επιτρέπεται και επιβάλλεται; Να ακούν, να βλέπουν, να κατανοούν, να εμπεδώνουν και όταν το ζητά ο καθηγητής να μπορούν να αναπαράγουν ότι τους «παρέδωσε», με τον τρόπο που θεωρεί καλύτερο ο καθηγητής. Πόσο πιθανό μας φαίνεται αυτό το σενάριο για τα 20-25 παιδιά που υπάρχουν σε κάθε τμήμα; Πόσα συνεχή λεπτά μπορεί ένας μαθητής/μαθήτρια να παραμένει συγκεντρωμένος στο μάθημα; Πόσοι μαθητές/μαθήτριες έχουν την ικανότητα να κατανοούν πλήρως, με την πρώτη (έστω με τη δεύτερη) ό,τι παραδίδεται μέσα στην τάξη μέσω της διάλεξης; Διότι αυτή είναι η προτιμώμενη διδακτική μέθοδος: η διάλεξη ενώπιον αφώνου ακροατηρίου.

Ας δούμε κάτι ακόμη: Τι ποσοστό των συνολικών γνώσεων που «παραδίδονται» στους μαθητές/μαθήτριες στη διάρκεια των γυμνασιακών και λυκειακών σπουδών τους θα τους είναι χρήσιμες είτε για την είσοδό τους στο πανεπιστήμιο είτε για τη ζωή τους; Πόσοι από αυτούς θα σπουδάσουν σε ανώτατες σχολές; Ας έχουμε τη γενναιότητα να παραδεχτούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των γνώσεων θα χρησιμοποιηθεί ελάχιστα έως καθόλου και στις δύο περιπτώσεις και ότι μόνο η αδράνεια του συστήματος μας επιτρέπει να συνεχίσουμε την παροχή στείρων, άχρηστων, πεπαλαιωμένων και εν τέλει, ανεπιθύμητων γνώσεων. Αντίθετα, στερούμε από τους μαθητές/μαθήτριες τις απαραίτητες γνώσεις για να αντιμετωπίσουν την πληθώρα των προβληματικών κατα-στάσεων της ζωής τους.
Ποια είναι τα αποτελέσματα αυτού του τύπου εκπαίδευσης; Τα βλέπουμε όλοι: παιδιά πλήρως αδιάφορα ή εχθρικά προς το σχολείο, παιδιά που αρνούνται να ενταχθούν στο σχολικό σύστημα, παιδιά που παραιτούνται από την προσπάθεια, παιδιά που αναπτύσσουν επιθετικές συμπεριφορές έναντι των υλικών πραγμάτων που συνδέονται με το σχολείο (βανδαλισμοί) και έναντι των καθηγητών και των συμμαθητών τους. Ποια είναι η δική μας αντίδραση; Επινοούμε ασθένειες (ελλειμματική προσοχή, υπερκινητικότητα, κτλ),  περιγράφουμε ως προβληματικές συμπεριφορές που θα ήταν φυσιολογικές σε άλλο πλαίσιο, τιμωρούμε. Δείτε τι συμβαίνει από το τέλος Μαρτίου στα λύκεια. Ψυχή δεν υπάρχει. Τα παιδιά πηγαίνουν πλέον και κατά τις ώρες λειτουργίας του σχολείου στα φροντιστήρια!

Αν εξαιρέσουμε ένα μικρό ποσοστό παιδιών που έχει πολύ ψηλές επιδόσεις (κοινωνικο-πολιτιστικά και οικονομικά προσδιορισμένο), ένα πολύ σημαντικό ποσοστό των παιδιών κάθε  τάξης αδυνατεί να παρακολουθήσει το μάθημα, δεν το κατανοεί, δεν μπορεί να έχει καλή επίδοση και σταδιακά απομακρύνεται, αποκόπτεται από την τάξη αφού νιώθει ότι είναι αδύνατον να παρακολουθήσει την εξέλιξη του μαθήματος, να δώσει σωστές απαντήσεις, να γράψει καλά στα τεστ και στις εξετάσεις. Αυτή η μερίδα παιδιών μεγαλώνει διαρκώς και αποτελεί τη δεξαμενή των παιδιών που καταστρέφουν, βανδαλίζουν, επιτίθενται, προπηλακίζουν παιδιά και καθηγητές. Γιατί συνεχίζουμε αυτό το πρόγραμμα σπουδών με τα πολλά μαθήματα, με την πολλή ύλη, με  τις πολλές και συνεχόμενες ώρες διδασκαλίας και βέβαια με τις εξετάσεις; Τι εξυπηρετεί η γραπτή εξέταση Ιουνίου των μαθητών/μαθητριών στα Θρησκευτικά, στην Ιστορία, στη Λογοτεχνία, στη Χημεία; Ποιος κερδίζει από αυτές τις εξετάσεις;

Η ανθρώπινη γνώση διπλασιάζεται κάθε πέντε (το πολύ) χρόνια. Πιστεύει κανείς σήμερα ότι μπορεί το σχολείο να δώσει στα παιδιά τις παλιές γνώσεις  αλλά και όσες παράγονται καθημερινά; Υπάρχει λόγος να προσπαθήσει κανείς γι αυτό; Υπάρχει λόγος να έχει τα παιδιά καρφωμένα σε μια καρέκλα για 6-7 ώρες κάθε πρωί (κι άλλες τόσες το απόγευμα στα φροντιστήρια και στην ατομική μελέτη) προκειμένου να αποστηθίσει ένα όγκο γνώσεων μόνο για τις εξετάσεις;

Τι νόημα έχει να μαθαίνουν τα παιδιά όλες αυτές τις χρήσιμες ή άχρηστες πληροφορίες όταν υπάρχουν εκεί, στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ, όπου πατώντας δυο πλήκτρα έχουν άμεση πρόσβαση από οποιοδήποτε σημείο του κόσμου, με ένα φτηνό μηχάνημα δεκαετίας, με αρκετά χαμηλό κόστος πρόσβασης ή δωρεάν; Εκείνο που χρειάζεται να μάθουν τα παιδιά είναι η μεθοδολογία επίλυσης προβλήματος, η κριτική σκέψη, το «μαθαίνω πώς να μαθαίνω» και βέβαια να μάθουν «πώς να συμβιώνουν και να επιβιώνουν». Μ’ αυτό δεν ισχυριζόμαστε ότι πρέπει να καταργηθεί η γλωσσική διδασκαλία, τα μαθηματικά, οι φυσικές επιστήμες ή όλα τα υπόλοιπα διδακτικά αντικείμενα. Πρέπει όμως να επανεκτιμηθεί το βάθος στο οποίο θα διδάσκονται όλα αυτά, ώστε να περιοριστεί η ύλη και να δοθεί χρόνος σε μαθήματα πολύ πιο άμεσα συνδεδεμένα με την καθημερινή ζωή των νέων και με τις προοπτικές τους. Εξ άλλου, το γυμνάσιο και το λύκειο προετοιμάζουν τους νέους για την ενήλικη ζωή και όχι αποκλειστικά για τα Πανεπιστήμια.

Το σημερινό σχολείο (το γυμνάσιο, αλλά κυρίως το σημερινό λύκειο, και ας αφήσουμε το Νέο Λύκειο, αφού δεν είδαμε παρά ένα αχνό περίγραμμά του) είναι νεκρό ως θεσμός. Αν τολμούσαμε να αφήσουμε τα παιδιά να διαλέξουν αν θα πάνε στο σχολείο ή όχι, είναι βέβαιο ότι δεν θα πήγαινε η πλειοψηφία. Το βλέπουμε αυτές τις μέρες: Λίγο πριν το Πάσχα αρχίζει η αποψίλωση των Λυκείων. Άδειες τάξεις με καθηγητές να κάνουν «ιδιαίτερο» στα παιδιά που λόγω ατυχίας «κατανάλωσαν» τις απουσίες που τους παρέχει ο νόμος. Τι κάνει  τόσο αποκρουστικό το σημερινό σχολείο στα μάτια των παιδιών; Μα η δομή και η λειτουργία του,  το ωρολόγιο πρόγραμμα, το πρόγραμμα σπουδών, η διδακτική μεθοδολογία. Τι άλλο; Μα η βαθμοθηρία και το απόλυτο «θέαμα» των εισαγωγικών εξετάσεων. Αυτά είναι τα προβλήματα που απονεκρώνουν το θεσμό του σχολείου και κυρίως του λυκείου.

Οριστικά και αμετάκλητα το δευτεροβάθμιο σχολείο με τη σημερινή μορφή και λειτουργία του έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του, και τη χαριστική βολή έδωσε η επινόηση και επικράτηση του ΙΝΤΕΡΝΕΤ. Τώρα άλλος πρέπει να είναι ο προσανατολισμός του σχολείου. Πρέπει να διδάξει στα παιδιά τις βασικές γνώσεις των επιστημών, πώς να συμβιώνουν με άτομα του ίδιου φύλου (φιλίες, συνεργασίες), με άτομα διαφορετικού φύλου (φιλίες, συνεργασίες, συναισθηματικές-σεξουαλικές σχέσεις-οικογένεια), πώς να φροντίζουν την υγεία τη δική τους και των συνανθρώπων τους, πώς να προστατεύουν και να βελτιώνουν το περιβάλλον, πώς να τα βγάζουν πέρα στη ζωή, πώς να αξιοποιούν τις ιδέες τους, τις ειδικές ικανότητές τους, πώς να παράγουν το νέο.

Το σχολείο (γυμνάσιο-λύκειο), θα πρέπει κατά  τη γνώμη μας να έχει ένα ωρολόγιο πρό-γραμμα, περίπου όπως το παρακάτω:

Α. Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή:
Τέσσερις ώρες και μετά, δύο ώρες φροντιστηριακό μάθημα για τους αδύνατους μαθητές ή μάθημα εμβάθυνσης για τα παιδιά που το επιλέγουν. Υιοθέτηση της ομαδικής-συνεργατικής διδασκαλίας, κατάργηση του δασκαλοκεντρισμού.

Β. Τρίτη και Πέμπτη
Τέσσερις ώρες μαθήματα γενικής παιδείας ή κατευθύνσεων (στο λύκειο) και μετά: μια δίωρη ζώνη για ένα ελαφρύ γεύμα (από το σπίτι ή το κυλικείο) και συμμετοχή (όλων των μαθητών υποχρεωτικά) σε ποικίλες μαθησιακές δραστηριότητες, δηλ. «Ευέλικτη Ζώνη» (Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, Αγωγή Υγείας, Θέατρο, Μουσική, Οικιακή Οικονομία, Χορός, ΣΕΠ κτλ). Τέλος, δύο επιπλέον ώρες (φροντιστηριακό μάθημα για τους αδύνατους μαθητές, μαθήματα εμβάθυνσης για τους προχωρημένους, ή διδασκαλία άλλων μαθημάτων) και μετά αποχώρηση. Χωρίς επιπλέον ύλη και δεκάδες ασκήσεις για το σπίτι και το φροντιστήριο.

Η δίωρη ζώνη (ή Ευέλικτη Ζώνη) είναι εκείνη που επιτρέπει στο σχολείο να αναπνεύσει, που επιτρέπει στα παιδιά να ασχοληθούν με θέματα που τα ενδιαφέρουν, που συνδέει τη ζωή τους με το σχολείο, που δίνει νόημα στη ζωή τους μέσα στο σχολείο, είναι εκείνη που δημιουργεί το καλό κλίμα μέσα στο σχολείο. Αν σ’ αυτά προσθέσουμε και τις δραστηριότητες που συνδέονται με το Αειφόρο Σχολείο και μπορούν να γίνουν σ’ αυτή τη ζώνη, πιστεύουμε ότι μπορούν να  αλλάξουν όλα προς το καλύτερο και στο σχολείο και στην οικογένεια και στην κοινωνία.

Με την ευκαιρία αυτή, ας κάνουμε την αυτοκριτική μας για την απεμπόληση του θεσμού της Ευέλικτης Ζώνης από το γυμνάσιο αλλά και την λανθασμένη ή μη αποδοτική αξιοποίησή της από σημαντικό ποσοστό δασκάλων στο δημοτικό σχολείο.

Πολύ σημαντική διάσταση του νέου σχολείου είναι η υιοθέτηση της ομαδικής-συνεργατικής διδακτικής προσέγγισης, σε αυξανόμενο βαθμό, ώστε να περιοριστεί η διάλεξη στα τμήματα εκείνα του μαθήματος, όπου είναι απολύτως απαραίτητη. Η διδακτική αυτή προσέγγιση είναι η πιο κατάλληλη για τις σημερινές συνθήκες, για το σημερινό επίπεδο ανάπτυξης του κόσμου, για τις σημερινές ανάγκες των νέων. Είναι η διδακτική προσέγγιση που ουσιαστικά αλλάζει το σχολείο.

Όλα αυτά, ασφαλώς, θα πρέπει να συνοδευτούν από τις αντίστοιχες προσαρμογές στα σχολικά κτήρια και στις διοικητικές δομές, με εμπλουτισμό του σχολείου σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σε χώρους για ομαδικές δραστηριότητες κτλ. Δύσκολο; Ίσως, αλλά η σημερινή κατάσταση μόνο με δύσκολες αποφάσεις μπορεί να αντιμετωπιστεί.

 Πηγή : esos.gr

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου