Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδικά Όνειρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παιδικά Όνειρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Το γράμμα μιας πιτσιρίκας που συγκλονίζει!


Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που πραγματικά δεν περιγράφονται με λόγια και που σε κάνουν να μη μπορείς να συγκρατήσεις τα δάκρυα σου. Το γράμμα που ακολουθεί στάλθηκε από μια δασκάλα στα social media και γράφτηκε από ένα μικρό παιδί, που πριν λίγο καιρό έχασε τον πατέρα του με τραγικό τρόπο.


«…Η δασκάλα μας σήμερα, μας ρώτησε πως περάσαμε το καλοκαίρι και όλα τα παιδιά είχαν να της πουν πολύ ωραία πράγματα από τα μέρη που πήγανε διακοπές φέτος, έκτος από κάνα δυο, που οι γονείς τους δεν είχανε λεφτά και δεν πήγανε διακοπές αλλά κάθισαν εδώ και πηγαίνανε για μπάνιο με τα πούλμαν του Χαλουλου, με τα οποία πηγαίνει και η γιαγιά μου, όχι για να κάνει μπάνιο αλλά για να κάνει λέει αμμόλουτρα, να της περάσει η μέση της που την πονάει.

Εμένα όμως η δασκάλα όταν ήρθε η σειρά μου δεν με ρώτησε γιατί ξέρει, όπως το ξέρουν όλοι στη γειτονιά μου, στου Γκύζη, ότι ο μπαμπάς μου έπεσε το καλοκαίρι από την ταράτσα της πολυκατοικίας μας και έφυγε πολύ-πολύ μακριά, πολύ πιο μακριά από εκεί που μπορούν να φτάσουν τα πούλμαν του Χαλουλου ή οποία άλλα πούλμαν.

Αν όμως με ρωτούσε θα είχα να της πω ένα σωρό πράγματα, γιατί πριν να φύγει ο μπαμπάς μου, μας είχαν κόψει το ρεύμα και η μαμά μαγείρευε τάχα μου στο πετρογκάζι, κάτι φαγητά που τα έφερνε κρυφά από την εκκλησία.

Όμως ο χαζούλιακας ο αδελφός μου, που είναι μικρός ακόμα και δεν καταλαβαίνει τι θα πει να πει να ζητάς ελεημοσύνη, της είπε μια μέρα, γιατί μαμά μαγειρεύεις ξανά το φαγητό, αφού είναι μαγειρευμένο και η μαμά μου έβανε τα κλάματα, επειδή νόμιζε πως ούτε εγώ, ούτε ο αδελφός το είχαμε καταλάβει και νομίζαμε πως τα αγόραζε και τα μαγείρευε από μόνη της, όχι πως στεκότανε στην ουρά να πάρει ένα πιάτο φαΐ, σαν να ήταν ζητιάνα.

Τότε όμως εγώ έσωσα την κατάσταση και του εξήγησα του χαζού, πως η μαμά δούλευε κάπου σαν μαγείρισσα και πως μαγείρευε εκεί και τα δικά μας φαγητά αλλά επειδή κρύωναν μέχρι να μας τα φέρει, καθόταν και τα ξαναζέσταινε. Και θα της έλεγα ακόμα της δασκάλας, ότι ο μπαμπάς μου ήταν ένας πολύ περήφανος και μορφωμένος άνθρωπος κι όταν αναγκαστήκαμε να μετακομίσουμε στο σπίτι της γιαγιάς, επειδή μας έδιωξαν από το δικό μας το σπίτι, δεν μπορούσε να το αντέξει, που η γιαγιά τον κατηγορούσε διαρκώς ότι ήταν ανίκανος και ηλίθιος και τεμπέλης και γι αυτό έπαιρνε ένα από τα λίγα βιβλία που του είχαν απομείνει, αφού μετά που έκλεισε το μαγαζί μας, αναγκάστηκε να τα πουλήσει και πήγαινε στο πάρκο, να διαβάσει ολομόναχος.

Εγώ όμως που τον έβλεπα να γυρίζει αργά το βράδυ κατάκοπος, έπεφτα στην αγκαλιά του και τον παρακαλούσα να μου πει τις ιστορίες που ήξερε να αφηγείται όπως κανένας άλλος και του έλεγα, μπαμπά μην δίνεις σημασία που σε λέει αυτή τεμπέλη, γιατί εγώ δεν ξέρω κανέναν άλλον άνθρωπο που να φέρνει στο σπίτι του τόσες ιστορίες, αντίθετα όλοι οι μπαμπάδες των φιλενάδων μου, βαριούνται ακόμα και να χασμουρηθούν όταν τελειώνουν τα δελτία ειδήσεων. Όμως κανένας δεν δίνει λεφτά για να ακούει ιστορίες και έτσι ο μπαμπάς μου δεν είχε να πληρώσει το κράτος που του ζήταγε ένα σωρό λεφτά και επιπλέον δεν του έδινε ούτε το ρεύμα, ούτε το νερό που φαίνεται ότι ανήκουν στο κράτος και έτσι ο μπαμπάς μου αναγκάστηκε να έρθει μαζί μας, να μείνουμε όλοι μαζί στη γιαγιά και μπορεί μεν να γλίτωσε από το κράτος, δεν γλίτωσε όμως από τη γιαγιά.

Κι ακόμα θα της έλεγα ότι την ημέρα του δεκαπενταύγουστου που φεύγουν όλοι από την Αθήνα για να πάνε σε κάποια παράλια, ο μπαμπάς μου έφυγε μια και καλή, για να ταξιδέψει στις παράλιες του Θεού, με εισιτήριο χωρίς επιστροφή, όπως βγάζουν οι αλβανίδες στα πούλμαν του Χαλουλου, επειδή μετά έρχονται οι άντρες τους και τις παίρνουν με τα αυτοκίνητα τους.

Και θα της έλεγα επίσης ότι λίγες ημέρες πριν να φύγει ο μπαμπάς μου διάβαζε ένα βιβλίο, που το λένε:
«Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι» και από αυτό μου αφηγούνταν ένα σωρό ιστορίες, για παιδιά σαν εμάς, που ζούσαν σε κάποια άλλη χώρα του κόσμου αλλά που κι εκείνα σαν εμάς, άνηκαν σε έναν άλλο θεό, πολύ κατώτερο από τον Χριστούλη, ο οποίος δυστυχώς δεν έχει τη δύναμη να εξασφαλίσει στα δικά του παιδιά ούτε ένα μπουκάλι γάλα.

Όλα αυτά θα της έλεγα της δασκάλας, αν με ρωτάτε και είμαι βέβαιη ότι θα της φαίνονταν πολύ πιο ενδιαφέροντα από όσα της είπαν τα άλλα παιδιά, που έκαμαν κι αυτό το καλοκαίρι ότι κάμουν συνήθως τα καλοκαιριά όλα τα παιδιά του κόσμου αλλά που δεν τους παίρνει από το μυαλό πως το επόμενο καλοκαίρι ή κάποιο άλλο καλοκαίρι, μπορεί και αυτά να βρεθούν σε μια θέση σαν τη δική μου.

Όμως η δασκάλα δεν με ρώτησε και εγώ δεν της είπα τίποτα. Αλλά μετά που τελειώσαμε το μάθημα με πήρε παράμερα και με αγκάλιασε, γιατί η δασκάλα μας είναι πολύ τρυφερή και μου είπε ότι ήθελε να μου δείξει κάτι που ήταν μόνο για μένα.

Κατεβήκαμε μαζί στο γραφείο των δασκάλων και εκεί μου έδωσε μια ωραία καινούρια τσάντα που είχε μέσα όλα τα σχολικά είδη και μου εξήγησε ότι αυτά μου τα έκαμαν δώρο οι δάσκαλοι, επειδή ήμουν η πρώτη μαθήτρια της τάξης μου, την περασμένη χρόνια.

Εγώ δεν την πίστεψα γιατί ξέρω καλά ότι η δασκάλα μου και οι άλλοι δάσκαλοι ως και η διευθύντρια του σχολείου, που είναι πολύ αυστηρή και της αρέσει το κράτος, με λυπόντουσαν και από λύπηση μου τα χάριζαν.

Γι αυτό γύρισα μετά και της είπα – κυρία άμα τα είχα ανάγκη πραγματικά θα τα έπαιρνα και δεν με πολύ νοιάζει εμένα αν με λυπούνται, ωστόσο να ξέρετε ότι τώρα πια έχουμε αρκετά χρήματα για να αγοράζουμε πράγματα και επιπλέον να πληρώνουμε και το κράτος, που μας ζητεί ολοένα και περισσότερα.

Αυτό της είπα και της γύρισα πίσω την ωραία τσάντα, για να τη δώσει σε κάποιο άλλο παιδί, που ίσως την είχε περισσότερη ανάγκη από μένα.

Φυσικά δεν έκατσα να της εξηγήσω πως μετά που έφυγε ο μπαμπάς μου, η μαμά μου που είναι πολύ όμορφη και τον αγαπούσε παρά-πάρα πολύ, ούτε έκλαψε, ούτε παραπονέθηκε, ούτε έβγαλε μια κουβέντα, παρά μάζεψε λίγα πράγματα και αφού μας φίλησε εμένα και τον αδελφό μου,

μας είπε ότι θα έφευγε να βρει κάποια δουλεία, για να μην ξανακούσει να της ομιλεί η γιαγιά μου έτσι για τον μπαμπά.

Και ενώ ήταν ακόμα στην πόρτα, εμείς ακούσαμε τη γιαγιά που ωρύονταν και της φώναζε – τρελάθηκες μωροί, τι πας να κάνεις;

Όμως η μαμά μου ούτε που γύρισε να της απαντήσει και έκλεισε πίσω της την πόρτα με βρόντο. Τώρα έρχεται που και που να μας δει και μας λέει πως έχει βρει μια πολύ καλή δουλεία σε μια άλλη πόλη και όποτε μας επισκέπτεται τα χεριά της είναι γεμάτα δώρα.

Λεφτά μας στέλνει συνεχεία και η γιαγιά μας αγοράζει αρκετά πράγματα και βάζει και κάποια στην άκρη, γιατί λέει ότι έτσι όπως πάμε, ούτε ο διάβολος δεν θα βρίσκει δουλεία σε λίγο καιρό.

Ο αδελφός μου ο μπούρδας τη ρώτησε, αν η μαμά είναι πιο έξυπνη από τον διάβολο και γι αυτό βρήκε δουλεία αλλά η γιαγιά έβαλε τα κλάματα και μουρμούρισε πως η μαμά μας αναγκάζεται να κάμει χειρότερα πράγματα κι από τον διάβολο, για να μας στέλνει αυτά τα λεφτά, να πληρώνουμε το κράτος, που είπαμε ότι τα θέλει όλα δικά του και δεν δίνει δεκάρα για το τι αναγκάζεται να κάμει ο κοσμάκης για να τα βρει. Όχι, δεν της τα είπα αυτά, γιατί δεν μου αρέσει να κουβεντιάζουν τη μαμά μου, άνθρωποι που δεν έμαθαν ποτέ ποσό ερωτευμένη ήταν με τον μπαμπά μου και ποσό ξετρελαίνονταν να της αφηγείται και αυτής ιστορίες και πολλές νύχτες περίμενε να αποκοιμηθώ εγώ, για να πάρει αυτή τη σειρά της να τον ακούει. Όμως νομίζω πως η δασκάλα μου τα ξέρει όλα αυτά, όπως τα ξέρουν όλοι στη γειτονιά του Γκύζη και ίσως να ξέρει και περισσότερα από μένα, γιατί όταν της είπα ότι χάρη στη μαμά μου έχουμε αρκετά λεφτά και δεν μου χρειάζεται η τσάντα, γύρισε αλλού το πρόσωπο της και δάκρυσε.

Κι εγώ την τράβηξα από το μανίκι και της είπα – μην κλαις κύρια, γιατί μπορεί ο Χριστός να σταμάτησε στου Γκύζη, εγώ όμως θα συνεχίσω και θα πάω παραπέρα. Ακόμα και αν είναι να το κάνω σαν τη μαμά μου…»


πηγή:
7gymaxarnai.blogspot.gr από tsantiri.gr

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012

Παιδιά θύματα… «μιας καλύτερης ζωής» !!!

Πόσες φορές ακούμε τη φράση «ήρθε με την οικογένεια του στην Ελλάδα για μια καλύτερη ζωή»!

Πόσες φορές βλέπουμε οικογένειες που «ψάχνουν την καλύτερη ζωή»!

Οικογένειες που κάποιοι τους «υποσχέθηκαν την καλύτερη ζωή»!

Είναι συχνό το φαινόμενο των οικογενειών, που κάποιοι τους έταξαν μια καλύτερη ζωή και ερχόμενοι στην Ελλάδα συνειδητοποιούν ότι τελικά αυτή η υπόσχεση δεν είναι κάτι περισσότερο από ανεκπλήρωτα όνειρα!

Οικογένειες που ψάχνουν φαγητό στους κάδους απορριμμάτων, οικογένειες που ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες, οικογένειες που ψάχνουν κάθε τρόπο για να φύγουν τελικά από τη χώρα μας και να βρεθούν κάπου αλλού ψάχνοντας πάντα μία καλύτερη ζωή για τα παιδιά τους.

Παιδιά που ταλαιπωρούνται σωματικά και ψυχικά και που η ταλαιπωρία τους αργεί να τελειώσει.

Παιδιά που ακολουθούν τους γονείς τους στην προσπάθειά τους να φύγουν από την Ελλάδα και να μεταβούν παρανόμως σε μια άλλη χώρα, έχοντας ΠΑΝΤΑ ως σκοπό την καλύτερη ζωή!

Όπως και η περίπτωση της μικρής Ν. από το Ιράν που βρισκόταν στην Ελλάδα με τους γονείς της, ή της οικογένειας των 3 αδελφών που βρέθηκε στη χώρα μας από τη Συρία, ή των 6 παιδιών από τη Ρουμανία που ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες.

Οικογένειες τις οποίες κληθήκαμε να βοηθήσουμε παρέχοντας τους τρόφιμα, ρούχα, φροντίζοντας για την υγεία τους και τη κάλυψη των βασικών αναγκών τους.

Παιδιά που παρά τη δύσκολη κατάσταση στην οποία βρίσκονταν μας χάριζαν χωρίς δισταγμό το Χαμόγελο τους....


πηγή : www.hamogelo.gr

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

…το σχολείο που ονειρεύεται!

Αγαπητή εκπαιδευτική μας κοινότητα, σας προσκαλούμε , σύσσωμη η μαθητική δράση του 6ου Γυμνασίου Κοζάνης, στην εκδήλωση της «Απογείωσης των ονείρων της πόλης μας» η οποία είναι στο πλαίσιο της δράσης «Αγαπώ και Προβάλλω τον Τόπο μου».
Θα χαρούμε πολύ να σας δούμε την Τετάρτη 16/5/2012, στις 10:00 πμ, όταν τα όνειρα της πόλης μας θα απλωθούν στον ουρανό της αυλής του σχολείου μας .
Επίσης με τη μαθητική ομάδα Ιστοσελίδας, η οποία και δημιουργήθηκε για να ψηφιοποιήσει τη δράση του σχολείου μας: «Η δύναμη της δημιουργικότητας σε περιόδους κρίσεων» στο εκπαιδευτικό πλαίσιο της οποίας εντάσσονται όλες οι μαθητικές δράσεις, κατασκευάζουμε την Ιστοσελίδα: sendyourdream.wordpress.com την οποία και θα αναπτύξουμε μέχρι 31/5/12.
Εκεί προσπαθούμε να δημιουργήσουμε ένα blog ΟΝΕΙΡΩΝ, στη σελίδα «Ζητάμε Αδέρφια στο Όνειρο» και θέλουμε ΤΟΣΟ τη βοήθεια σας, ώστε να την κάνουμε γνωστή σε περισσότερους ανθρώπους , οι οποίοι και ονειρευόμαστε να ενωθούν μαζί μας στη δυναμική των ανθρώπινων ονείρων, που επιχειρούμε να απλώσουμε στο πλαίσιο αλλαγής της ψυχολογίας στην κρίση που βιώνουμε. Ένα δικό σας link με την Ιστοσελίδα μας για αποστολή ΟΝΕΙΡΩΝ από τους επισκέπτες της δικής σας ιστοσελίδας θα μας έκανε ΤΟΣΟ ευτυχισμένους! Σας ευχαριστούμε για το ενδιαφέρον που μας έχετε χαρίσει και σας ευχόμαστε ό,τι το καλύτερο! Με εκτίμηση Η Μαθητική Δράση του 6ου Γυμνασίου Κοζάνης.

Στον ιστόΤοπο sendyourdream.wordpress.com υπάρχει ένα μέρος από τις μαθητικές μας δράσεις, οι οποίες αναπτύσσονται με γενικό τίτλο:
«Η δύναμη της δημιουργικότητας μέσα σε περιόδους κρίσεων».
Εκπαιδευτικό πρόγραμμα που αναπτύσσεται εθελοντικά στο σχολείο μας και μέσα στο οποίο προτείναμε και συγκροτήσαμε δεκάδες μαθητικές ομάδες, ως παρέες φίλων, και ακολουθήσαμε τα δικά μας όνειρα, τα οποία και μοιραστήκαμε, τόσο με τη σχολική, όσο και με την ευρύτερη κοινότητά μας.
«Αγαπώ και προβάλλω τον τόπο μου», ήταν μια από τις μαθητικές δράσεις

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Τα παιδιά με τα νεράτζια


Στο σπίτι, ακούνε και συμμετέχουν σε όλα τα προβλήματα που ταλανίζουν τους γονείς τους.

Το απλήρωτο νοίκι, το φαγητό που λιγοστεύει ή απουσιάζει, ο γιατρός που δεν υπάρχει για τον άρρωστο του σπιτιού, τα φάρμακα που δεν μπορούν να αγοραστούν αφού κανείς δεν δουλεύει, το κλάμα της μάνας, η ΔΕΗ που είναι μήνες απλήρωτη, το κομμένο τηλέφωνο, το μπουφάν που πήρε ο συμμαθητής και που ο ίδιος δεν μπορεί να το δεί ούτε στον ύπνο του κι ας κάνει μόνο 30€, το παράπονο του πατέρα, το παγωμένο σπίτι, η γιαγιά που υποφέρει από το κρύο. Η φόρμα που φοράει πάλιωσε και δεν την αντέχει άλλο αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι αυτό.

Κατάθλιψη. Και μετά πάει σχολείο. Βρώμικος περίβολος χωρίς πράσινο, εξ ίσου βρώμικοι τοίχοι, παγωμένες αίθουσες, έλλειψη βασικών βιβλίων…Ολοι μιλάνε για το αύριο που δεν προβλέπεται να είναι ούτε καν ανεκτό. Ανταλλάσσουν απόψεις για αυτούς που παίρνουν το πτυχίο αγκαλιά και φεύγουν για «έξω». Άρα, οι σπουδές δεν προϋποθέτουν δουλειά. Μάλλον το αντίθετο.. Ο συμμαθητής τους δουλεύει ντελίβερυ όταν φεύγει από το σχολείο για να πάρει τα 0,40 λεπτά της κάθε αποστολής. Και τρέχει του σκοτωμού με το μηχανάκι, για να προλάβει τις παραδόσεις. Παράδοση και σαραντάλεπτο.

Κάθε φορά που κάθεται να διαβάσει σπίτι, όλα τα ως άνω θεριεύουν μέσα του και δεν τον αφήνουν να συγκεντρωθεί. Είδε τον πατέρα του να κλαίει από παράπονο και οργή για την χαμένη δουλειά. Ακούει όλα τα σκάνδαλα των επίορκων που μέχρι χτες ήταν απλώς «πολιτικοί» και έμαθε πως τρώγανε του πατέρα του τα λεφτά και δεν πιστεύει στ’ αυτιά του. Αισθάνεται πως η μιζέρια που σκοτώνει το σπίτι του, οφείλεται σε αυτά τα ρετάλια. Και στο «σύστημα» βεβαίως. Αυτοί φταίνε και το ξέρει. Δεν νοιώθει πια ασφαλής στο σπίτι, αφού ο πατέρας κατέρρευσε. Η αίσθηση της ασφάλειας του λείπει εδώ και πολύ καιρό.

Νοιώθει δικαιολογημένο θυμό, τρομερή οργή που στο σπίτι την καταπιέζει για να μην βαρύνει κι άλλο την ατμόσφαιρα.

Την κουβαλάει όμως μέσα του. Την πηγαίνει σχολείο και την μοιράζεται με όσους έχουν τα ίδια προβλήματα μ’ αυτόν. Και η οργή και ο θυμός, γίνονται λάβα που συγκλονίζει την κορφή του βουνού πριν διαρρήξει την κορυφή και ξεχυθεί στην φύση κατακαίοντας τα πάντα. Θέλει να ξεσπάσει, να διαμαρτυρηθεί θέλει και να κλάψει ρε γαμώτο αλλά ντρέπεται..

Ανάμεσά τους κάπου εκεί, υπάρχουν και οι μυημένοι. Είναι λίγοι αλλά πολύ «αποτελεσματικοί». Εχουν μέσα τους μυθοποιήσει τους «μπαχαλάκηδες» Είναι «μάγκες» που κάνουν “τους μπάτσους να τρέμουν από φόβο”. Τα σπάνε όλα, καταστρέφουν οικογένειες και περιουσίες άλλων σαν και τους γονείς τους. Είναι «ήρωες». Αυτοί «βαράνε» και ..

-..ρε γαμώτο, ξεσπάνε, δεν τα τρώνε όλα σαν εμάς!!

Και αυτοί οι ελάχιστοι, είναι μυημένοι. Καθηγητές στην επιρροή των υπολοίπων. Έχουν περάσει από σεμινάρια.

Ολοι μαζί πηγαίνουν στην διαδήλωση. Οι «μια χούφτα» δημιουργούν τεράστια προβλήματα. Οι υπόλοιποι απλώς ακολουθούν. Τελικώς, η «εικόνα» βαραίνει όλους….

Παιδιά, με Αγάπη. Ειλικρινά..”.

 Άρθρο της Μαρίας Χατζηδάκη - Βαβουρανάκη


Πηγή : politikinews.com

Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Παιδιά ενός κατώτερου θεού «Δάσκαλε θα το αφήσω το σχολείο…»

Χειμώνας του 2007, σε ένα μικρό νησί των Δωδεκανήσων, κάποιος μαθητής της τρίτης γυμνασίου, ας τον πούμε Σάββα, αν και δεν έχει σημασία το πραγματικό του όνομα, περιμένει στην αυλή του δημοτικού σχολείου τού απομακρυσμένου χωριού του, τον καθηγητή του για να του κάνει μάθημα στα πλαίσια της τότε ενισχυτικής διδασκαλίας.

Ήταν έξυπνο παιδί ο Σάββας. Τα μάτια του σπινθηροβολούσαν κάθε που άκουγε κάτι καινούριο και κάθε που μιλούσε για τη θάλασσα. Τα ίδια μάτια βούρκωναν, όταν τύχαινε, πολύ σπάνια, να μιλάει για τον πατέρα του.
Τον είχε χάσει το προηγούμενο καλοκαίρι σε ατύχημα την ώρα που ψάρευε. Μια απροσεξία, ένας λανθασμένος υπολογισμός, η ανάγκη για μεγάλη ψαριά, καθώς ήταν μεγάλη και η οικογένεια που έσερνε πίσω του, ήταν αρκετά για να συμβεί το ατύχημα.
Ο Σάββας ήταν ο μεγαλύτερος από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Η μητέρα του αναγκάστηκε να δουλεύει από δω κι από κει, όπου έβρισκε για να τα φέρει βόλτα.
Την έβλεπε ο Σάββας και δεν το άντεχε.
«Δάσκαλε, θα το αφήσω το σχολείο», έλεγε συχνά. «Πρέπει να δουλέψω. Δεν ημπορώ να βλέπω τη μάνα μου να παιδεύεται. Αν ζούσε ο πατέρας μου θα πήγαινα και στο λύκειο για να σπουδάσω γιατρός που δεν έχουμε στο νησί»
«Και τι δουλειά θα βρεις να κάνεις χωρίς γράμματα, χωρίς ένα χαρτί στα χέρια σου;» του απαντούσε ο δάσκαλος.
«Ψαράς, σαν τον πατέρα μου, ή οτιδήποτες άλλο».
«Κοίτα που θέλει ο κώλος του να γίνει και γιατρός!» τον περιγέλασε κάποτε ένας γείτονας σαν άκουσε το Σάββα να λέει στο φίλο του το κρυφό όνειρό του. Μαχαιριά! Μα ο μικρός είχε μεγάλη καρδιά και του χαμογέλασε…
Ο Σάββας τελείωσε το γυμνάσιο, μα δεν συνέχισε στο λύκειο. Δεν του δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να κυνηγήσει το όνειρό του. Καμία Συντεταγμένη Πολιτεία και καμία Συντεταγμένη Κοινωνία δεν αγάπησε το Σάββα!
Χειμώνας του 2008, σε μια πόλη της Θράκης, κάποιος μαθητής της δευτέρας γυμνασίου, ας τον πούμε Μουράτ, αν και δεν έχει σημασία το πραγματικό του όνομα, κάθεται μόνος σε μια γωνιά στο προαύλιο του σχολείου του. Άργησε να έρθει την πρώτη ώρα και έτσι περίμενε απ’ έξω.
«Γιατί είσαι έξω Μουράτ;» τον ρώτησε ο δάσκαλος, «Πάλι άργησες να ξυπνήσεις;».
«Όχι εγώ δάσκαλε, ο αδερφός μου δεν ξυπνούσε και έπρεπε να τον πάω στο νηπιαγωγείο»
«Οι γονείς σου;»
«Φεύγουν πρωί για τη δουλειά και τον ετοιμάζω εγώ. Όμως και πάλι, δεν ήθελα να μπω την πρώτη ώρα. Έχουμε Νέα Ελληνικά και δεν τα καταφέρνω. Δυσκολεύομαι να γράψω. Και πού θα μου χρειαστεί δάσκαλε να ξέρω να γράφω; Εγώ μηχανικός στα αυτοκίνητα θα γίνω»
«Αυτό θέλεις;»
«Όχι δάσκαλε. Αρχιτέκτονας για σπίτια θέλω, μα μηχανικός στα αυτοκίνητα θα γίνω».
«Να πάει στο νυχτερινό, για να πάρει το απολυτήριο γυμνασίου. Φρενάρει όλο το τμήμα. Να μην πάνε πίσω και οι καλοί μαθητές!» ήταν η παρότρυνση των εκπροσώπων της Συντεταγμένης Πολιτείας της Συντεταγμένης Κοινωνίας και της Συντεταγμένης Εκπαιδευτικής Κοινότητας μη χ@σ# μέσα.
Ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας ο Μουράτ, για να φτιάξει για την οικογένειά του ένα σπίτι καθώς δεν είχαν δικό τους και έμεναν στο νοίκι σε ένα χαμόσπιτο.
Χειμώνας του 2009, σε ένα μεγαλύτερο νησί των Δωδεκανήσων, όπου συναντάς τον πλούτο μαζί με τη φτώχια, τη χλιδή δίπλα στην εξαθλίωση, την πονηριά απέναντι από την περηφάνια.
Κάποια μαθήτρια της πρώτης τάξης του επαγγελματικού λυκείου, ας την πούμε Χριστίνα, αν και δεν έχει σημασία το πραγματικό της όνομα, καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια, κάπου εκεί στα τελευταία θρανία, να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά.
«Να με συγχωρείς δάσκαλε. Είναι που δεν κοιμήθηκα απόψε ούτε μία ώρα»
«Κι ήρθες εδώ να κοιμηθείς;» της απάντησε ο «δάσκαλος» με ύφος.
«Όχι δάσκαλε, ήρθα για να μη χάσω το μάθημα»
«Και γιατί δεν κοιμήθηκες; Μη μου πεις ότι διάβαζες;»
Δεν απάντησε η Χριστίνα. Δεν καταδέχτηκε.
«Γιατί τον άφησες να σου την πει;» τη ρώτησε στο διάλειμμα μια φίλη της.
«Γιατί δεν της είπες ότι πρόσεχες την αδερφή σου που ψηνόταν στον πυρετό όλο το βράδυ;»
«Άσε ρε συ. Τι τον νοιάζει το δάσκαλο;» ήταν η απάντησή της.
Δεν είπε τίποτα για την άρρωστη αδερφή της, δεν είπε τίποτα για τη μάνα της που δούλευε νυχτερινή ούτε για τον πατέρα της που ήταν απών εδώ και χρόνια.
«Θα ήθελα να γίνω νοσηλεύτρια, αλλά πολύ δύσκολο. Πρέπει να φύγω από το νησί και δεν υπάρχουν τα λεφτά. Οπότε θα ψάξω για κάτι άλλο. Μπορεί σε κανένα κομμωτήριο ή σε καμιά καφετέρια. Τι να γίνει δάσκαλε, δεν μπορούν να σπουδάζουν όλοι» είχε πει η Χριστίνα σε μια συζήτηση μέσα στην τάξη σχετική με την επαγγελματική αποκατάσταση…
Άραγε τι νόημα έχουν οι εκπαιδευτικοί σχεδιασμοί, τα μεγάλα οράματα των υπεύθυνων της εκπαίδευσης, οι «ριζικές και ουσιαστικές αλλαγές» που εξαγγέλλονται κάθε τόσο, οι κλαδικές διεκδικήσεις, τα «πρώτα ο μαθητής» και όλες οι άλλες κενολογίες που ακούμε συχνά όταν ξεχνάνε επιδεικτικά τον κάθε Σάββα, τον κάθε Μουράτ και την κάθε Χριστίνα;
Τι νόημα έχει η παιδεία μιας χώρας όταν αφήνει παιδιά έξω από αυτήν; Παιδιά ενός κατώτερου θεού με μεγαλείο ψυχής ενός ανώτερου θεού, αυτού που δεν έχουν και δεν θα αποκτήσουν ποτέ οι «υπεύθυνοι».
Χρήστος Επαμ. Κυργιάκης
 Πηγή : pekp.gr